Mr. Ben

Τετάρτες πήγαινε στο συνοικιακό μπαρ. Εδώ και τέσσερα χρόνια, χωρίς καμιά εξαίρεση. Είτε ήταν Πρωτοχρονιά, είτε αργία, είτε Πάσχα πήγαινε εκεί. Ή μάλλον Πάσχα όχι, γιατί αυτό πέφτει Κυριακή. Μόνος του και πάντα μ’ ένα βιβλιό μικρού μεγέθους στην κωλότσεπη, από αυτά που χαρίζουν οι εφημερίδες. Στην αρχή όταν το σκαμπώ στην άκρη του πάγκου ήταν πιασμένο δυσαναχτετούσε, έκοβε αργά βήματα πάνω-κάτω ξεφυλλίζοντας το βιβλιό του όση ώρα χρειαζόταν μέχρι να φύγει ο καταληψίας και έπειτα χυνόταν στην μπάρα. Μετά από κανά τρίμηνο το είχαν μάθει και τις Τετάρτες έβαζαν πάνω στο γωνιακό σκαμπώ καρτελάκι «ρεζερβέ». Όπως κάθε πότης που σέβεται τον εαυτό του απαιτούσε με μια κίνηση του χεριού του στον αέρα να του αντικαταστήσουν το άδειο ποτήρι με γεμάτο, ίδιου περιεχομένου, χωρίς να χρειαστεί ν’ ανοίξει το στόμα του. Αυτός το πετύχαινε με τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει ο μέσος όταν απελευθερώνεται από τον αντίχειρα και κλωτσάει την παλάμη αφήνοντας τον δείκτη για κάποια δευτερόλεπτα μετέωρο. Το ποτήρι με το κομμένο λεμόνι που είχε μείνει μόνο και σταφιδωμένο στον πάτο έφευγε και την θέση του έπαιρνε ένα πανομοιότυπο με διάφανο περιεχόμενο και φρέσκο λεμονάκι να επιπλέει πάνω στο οινόπνευμα μέχρι να αντικατασταθεί κι αυτό. Ο μπάρμαν είχε μετρήσει από τέσσερα έως εικοσιτρία σε μια βραδιά. Το ποτό πάντα ήταν ίδιο αλλά το πακέτο με τα τσιγάρα συνεχώς άλλαζε. Πότε άσο σκέτο, πότε καρέλια κασετίνα, πότε γκουλουάζ κόκκινο, πότε στριφτά, πότε φτηνά πουράκια, πότε καθόλου. Όταν τύχαινε να μην έχει περίμενε να καταπιεί και το τέταρτο ποτό και τότε που ξεθάρρευε γυρνούσε στον διπλανό του και πλησιάζοντας δυο δάχτυλα στα χείλια του χωρίς να πει και πάλι κουβέντα κατάφερνε να τρακάρει δυο-τρία τσιγάρα, μερικές φορές και μισοάδεια πακέτα. Το όνομά του δεν το ήξερε κανείς, όπως επίσης κανείς δεν ήξερε και τίποτα για τη ζωή του. Τον φωνάζανε Mr Ben. Μπεν λέγανε τον τύπο στο «leaving Las Vegas» και μια και δεν ξέρανε το πραγματικό του όνομα του είχαν κολλήσει αυτό. Του ταίριαζε κιόλας κατά κάποιον τρόπο. Ερχόταν αμίλητος τις Τετάρτες, έπινε το ένα μετά το άλλο, κάπνιζε, διάβαζε αργά τσαλακωμένες σελίδες, πλήρωνε και έφευγε, πάντα αμίλητος και πάντα χωρίς να βγάλει κουβέντα. Ακόμα και την πρώτη φορά που είχε πάει εκεί, το ποτό του το παρήγγειλε δείχνοντας το μπουκάλι στο ράφι με το δάχτυλο.

Ηλικιακά δεν ήταν πολύ μεγάλος, ο μπάρμαν τον έκανε για τριαντάρη, ο Dj για σαραντάρη και η γκαρσόνα κάπου στο ενδιάμεσο. Είχε γίνει κάτι σαν θρύλος και επειδή τα στοιχήματα γύρω από το άτομό του έδιναν και έπαιρναν, έπρεπε να βρεθεί τρόπος να κλείσουν οι λογαριασμοί. Πολλές φορές είχαν προσπαθήσει διάφοροι να του αποσπάσουν μια λέξη. Ο Πάνος, ο Dj ρωτούσε τι να αφιερώσει και εισέπραττε το ανασήκωμα των ώμων, ο Αντώνης, ο μπάρμαν ρωτούσε τι να κεράσει και έβλεπε μέσα στα μούτρα του ένα δάχτυλο να κόβει δυο φορές δεξιά-αριστερά τον αέρα. Η γκαρσόνα (η παλιά, γιατί τώρα είχαν προσλάβει μια άλλη) είχε κάτσει μια φορά απέναντί του, πίσω από τον πάγκο για πολλή ώρα, μια και τις Τετάρτες πολλές φορές δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση αλλά δεν είχε εισπράξει ούτε ένα βλέμμα. Τα σενάρια πλήθαιναν με γεωμετρική πρόοδο. Είναι κωφάλαλος, είναι αποφυλακισμένος, είναι διεστραμένος, είναι μπάτσος, είναι ασφαλίτης, είναι χήρος, είναι άστεγος, είναι καταζητούμενος, είναι είναι είναι...

Η επιλογή της νέας γκαρσόνας έπρεπε να γίνει με περίσσια προσοχή. Βλέπεις μόνο πάνω της μπορούσαν να στηριχτούν για να ξεκλειδώσουν επιτέλους το στόμα του. Η Λία ήταν η καταλληλότερη γι’ αυτόν το σκοπό. Μόλις είχε τελειώσει τα μεταπτυχιακά της και βρισκόταν σε μεταβατική φάση. Ανήσυχη, εξαιρετικά όμορφη, έξυπνη με τσαχπίνικο στυλάκι. Οι κινήσεις της ήταν σαγηνευτικές, το ίδιο και το χαμόγελό της, η φωνή της βαθιά και αυτό το στήθος της μπορούσε να αναγκάσει και τον πάπα να τραγουδήσει Elvis. Όλη την εβδομάδα την δασκάλευαν για την περίσταση. Έρχεται Τετάρτες, κάθεται εκεί, παραγγέλνει σκέτη absolut με μια φέτα λεμόνι σε χαμηλό ποτήρι, αν δεις ότι δεν έχει μαζί του τσιγάρα πρόσφερέ του, θα δεχτεί, δεν θα σου πει ευχαριστώ, ωστόσο χαμογέλασέ του και δως του φωτιά, όταν χτυπήσει τα δάχτυλα πήγαινέ του ποτό, μετά τα τέσσερα πρώτα μπορείς να τον πλησιάσεις και να προσπαθήσεις να τον κάνεις να λαλήσει. Πρέπει να προσπαθήσεις πάρα πολύ, πρέπει να βρεις την φόρμουλα, βασιζόμαστε πάνω σου Λία.

Τετάρτη. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά για όλους στο συνοικιακό μπαρ. Συνήθιζε να εμφανίζεται γύρω στις έντεκα, όμως εκείνη τη νύχτα η ώρα είχε περάσει τα μεσάνυχτα. Ο Αντώνης είχε αφερεθεί, οι μισές παραγγελείες έφευγαν λάθος, ο Πάνος το είχε ρίξει αποκλειστικά στον Cave, η Λία είχε ψαρώσει, τέτοια καταθλιπτική ατμόσφαιρα είχε καιρό να ζήσει. Ακόμα θαρρείς και οι πελάτες είχαν σωπάσει. Τα λεπτά περνούσαν και η πόρτα δεν άνοιγε, το volume στην κονσόλα του Dj άγγιζε το 0. Δεν ακουγόταν ψίθυρος, το καρτελάκι «ρεζερβέ» πάνω στο σκαμπώ περίμενε καρτερικά. Βουβαμάρα. Όταν το ρολόι έδειξε 4:00 ο Αντώνης άπλωσε σε όλη την επιφάνεια του μπαρ χαμηλά ποτήρια και τα γέμισε με absolut, πετώντας μέσα στο καθένα και από μια φέτα λεμόνι. Ελάτε ρε κουφάλες! Σήμερα πίνουμε για την πάρτη του Mr. Ben. Όλοι σηκώθηκαν άρπαξαν από ένα ποτήρι, το σήκωσαν στον αέρα και ούρλιαξαν: Στην υγειά του Mr. Ben!!!

Ο κύριος Μπεν δεν εμφανίστηκε από τότε. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε. Ωστόσο το συνοικιακό μπαρ μετά από λίγο καιρό μετονομάστηκε σε «Mr. Ben» και μέσα σε μήνες έγινε must όχι μόνο για την πόλη αλλά για όλη την χώρα. Κάπου ανάμεσα στην μπάρα και στην είσοδο φτιάχτηκε μια βιτρίνα και μέσα της βρήκε την θέση του το σκαμπώ του με το καρτελάκι «ρεζερβέ» πάνω του.


Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 11:30 μ.μ.  

12 σχόλια:

Unknown είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 8:07 π.μ.  

Μελαγχολικό πολύ αλλά όμορφο.
Το leaving las vegas ήταν από τις ταινίες που με έκαναν να μη μπορώ να σταματήσω να κλαίω.
Στην υγειά του Mr Ben λοιπόν!
Καλημέρες.

zero είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 9:44 π.μ.  

Πολυ καλο το ποστ!

ζερο.

οι σκιές μιλάν είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 10:43 π.μ.  

23 βότκες και διάβαζε ακόμα;

Τί "στομάχια" κυκλοφορούν στα μπαρ!

The Motorcycle boy είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 11:04 π.μ.  

Πάντως για μένα το Leaving Las Vegas ήταν γαμώ τα αισιόδοξα έργα. Μάλλον κάτω από την επιροή της ταινίας είδα και το ποστάκι αισιόδοξα.

Erwtas Stomaxhs είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 11:16 π.μ.  

@tomboy καλημέρες κι από μένα. Ναι ήταν όντως πολύ όμορφη ταινία...

@zero ευχαριστώ ;-)

@σκιές ναι ρε απίστευτο πράγμα! αλλά ντάξει μετά από ένα σημείο δεν διάβαζε αλλά ζωγράφιζε μ' ένα στυλό bic

@Mboy σοβαρά; δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι

numb είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 11:36 π.μ.  

Βάλτε να πιούμε

Erwtas Stomaxhs είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 11:38 π.μ.  

@numb δεν ξέρω αν παρατήρησες τα γκρι γραμματάκια κάτω κάτω στην σελίδα...

numb είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 11:42 π.μ.  

Ωχ ναι! Τώρα τα είδα :)
Το "Αφήνοντας το Λας Βέγκας" είναι από τις λίγες ταινίες που με αρρώστησαν.

Erwtas Stomaxhs είπε... 4 Μαρτίου 2007 στις 11:45 π.μ.  

ο πιος απίθανος νίκολας κέιτζ που είδα ποτέ...

Ανώνυμος είπε... 5 Μαρτίου 2007 στις 9:41 π.μ.  

τα ρέστα μου!

sorry_girl είπε... 5 Μαρτίου 2007 στις 9:46 π.μ.  

Από φαροφύλακας της μπάρας ο Mr Ben έγινε ονοματοδότης.
Πολύ ωραία!

Ρε!

Erwtas Stomaxhs είπε... 5 Μαρτίου 2007 στις 12:20 μ.μ.  

@dd πάσο ;-)

@sorry_girl thx και φιλιά!

Δημοσίευση σχολίου